ἡδύ


ἡδύ
ἡδύς
pleasant
masc voc sg
ἡδύς
pleasant
neut nom/voc/acc sg
ἡδύς
pleasant
masc voc sg
ἡδύς
pleasant
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ηδυ- — (AM ἡδυ ) τύπος στον οποίο εμφανίζεται το επίθ. ηδύς ως α συνθετικό λέξεων και δηλώνει ότι αυτό το β συνθετικό: α) είναι γλυκό («ηδύγευστος», «ηδύχυμος») β. είναι ευχάριστο, τερπνό, απολαυστικό («ηδύγλωσσος», «ηδυμελής») γ. γίνεται με γλυκό τρόπο …   Dictionary of Greek

  • Ἡδὺ σωθέντα μεμνῆσθαι πόνων. — См. После дела и гулять хорошо …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὠς ἡδὺ τὴν θάλασσαν ἀπὸ τῆς ηῆς ὁρᾶν. — См. Хорошо море с берега …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἡδύνω — ἡδύ̱νω , ἡδύνω season aor ind mid 2nd sg ἡδύ̱νω , ἡδύνω season aor subj act 1st sg ἡδύ̱νω , ἡδύνω season pres subj act 1st sg ἡδύ̱νω , ἡδύνω season pres ind act 1st sg ἡδύ̱νω , ἡδύνω season aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύνῃ — ἡδύ̱νῃ , ἡδύνω season aor subj mid 2nd sg ἡδύ̱νῃ , ἡδύνω season aor subj act 3rd sg ἡδύ̱νῃ , ἡδύνω season pres subj mp 2nd sg ἡδύ̱νῃ , ἡδύνω season pres ind mp 2nd sg ἡδύ̱νῃ , ἡδύνω season pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥδυνε — ἥδῡνε , ἡδύνω season aor ind act 3rd sg ἥδῡνε , ἡδύνω season imperf ind act 3rd sg ἥδῡνε , ἡδύνω season pres imperat act 2nd sg ἥδῡνε , ἡδύνω season aor ind act 3rd sg (homeric ionic) ἥδῡνε , ἡδύνω season imperf ind act 3rd sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥδυνον — ἥδῡνον , ἡδύνω season aor imperat act 2nd sg ἥδῡνον , ἡδύνω season imperf ind act 3rd pl ἥδῡνον , ἡδύνω season imperf ind act 1st sg ἥδῡνον , ἡδύνω season imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἥδῡνον , ἡδύνω season imperf ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδυνόμεθα — ἡδῡνόμεθα , ἡδύνω season aor subj mid 1st pl (epic) ἡδῡνόμεθα , ἡδύνω season imperf ind mp 1st pl ἡδῡνόμεθα , ἡδύνω season pres ind mp 1st pl ἡδῡνόμεθα , ἡδύνω season imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥδυνεν — ἥδῡνεν , ἡδύνω season aor ind act 3rd sg ἥδῡνεν , ἡδύνω season imperf ind act 3rd sg ἥδῡνεν , ἡδύνω season aor ind act 3rd sg (homeric ionic) ἥδῡνεν , ἡδύνω season imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύνει — ἡδύ̱νει , ἡδύνω season aor subj act 3rd sg (epic) ἡδύ̱νει , ἡδύνω season pres ind mp 2nd sg ἡδύ̱νει , ἡδύνω season pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)